βραβεύς

βρᾰβ-εύς, έως, , [dialect] Att. pl. βραβῆς: acc. sg. βραβῆ (v. infr.):—
A judge at the games, S.El.690,709, Pl.Lg. 949a: generally, judge, arbitrator, umpire,

δίκης E.Or.1650

;

λόγου Id.Med.274

, etc.; Ἀΐδην κοινὸν ἔθεντο βραβῆ Epigr. ap. D.18.289.
2 generally, chief, leader,

μυρίας ἵππου β. A.Pers.302

; φιλόμαχοι β. Id.Ag.230 (lyr.); author, μόχθων τῶν ἐν Ἰλίῳ, of Helen, E.Hel.703.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραβεύς — βραβεύς, ο (Α) 1. αυτός που απονέμει τα βραβεία 2. κριτής, διαιτητής 3. ηγέτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίζεται ότι, αν ως αρχική σημασία της λ. θεωρηθεί η «κριτής, διαιτητής (και ιδιαίτερα σε αγώνες)», τότε το βραβεύς θα πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • βραβεύς — judge at the games masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβεῖς — βραβεύς judge at the games masc nom pl (parad form) βραβεύς judge at the games masc acc pl βραβεύς judge at the games masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβῆ — βραβεύς judge at the games masc acc sg βραβεύς judge at the games masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβῆς — βραβεύς judge at the games masc nom pl βραβεύς judge at the games masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβέων — βραβεύς judge at the games masc gen pl βραβέω̆ν , βραβεύς judge at the games masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευταῖς — βραβεύς judge at the games masc dat pl βραβευτής official of a religious confraternity masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευταί — βραβεύς judge at the games masc nom/voc pl βραβευτής official of a religious confraternity masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευτοῦ — βραβεύς judge at the games masc gen sg βραβευτής official of a religious confraternity masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευτῇ — βραβεύς judge at the games masc dat sg (attic epic ionic) βραβευτής official of a religious confraternity masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευτήν — βραβεύς judge at the games masc acc sg (attic epic ionic) βραβευτής official of a religious confraternity masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.